Ανέστης Αζάς



Ο χρόνος έχει μεταβληθεί σε ένα διαρκές παρόν, το χθες, το αύριο και το σήμερα ενοποιούνται σε μία περίοδο που θα τη θυμόμαστε όταν όλο αυτό περάσει σαν κάτι ενιαίο, όπως λέμε π.χ. το καλοκαίρι εκείνο του ’15 στην Κίμωλο, ή όπως θυμόμαστε θολά ένα τριήμερο booze με έντονο hangover: η άνοιξη του ’20 με τον κορονοϊό.

Πώς να γράψει κανείς κάτι χωρίς να είναι μπανάλ, αφού μπανάλ είναι οι δραστηριότητες μας. Λίγο διάβασμα, emails, τηλέφωνα, κάποια στοιχειώδης οργάνωση του φθινοπώρου, με την ελπίδα ότι τότε θα ανοίξουν πάλι τα θέατρα, με πολλές επιφυλάξεις γιατί μπορεί και να μην ανοίξουν, πολλές ταινίες, παραστάσεις σε fast forward για πληροφοριακούς λόγους – ως γνωστόν οι μαγνητοσκοπημένες παραστάσεις βλέπονται με μεγάλη δυσκολία – ύπνος σε ακανόνιστες ώρες. Πάλι καλά που υπάρχει το τρέξιμο και λίγο μου φτιάχνει τη διάθεση και με βάζει σε έναν ρυθμό. Ο Μουρακάμι, στον πρόλογο του βιβλίου του για το τρέξιμο, τονίζει τη σημασία του ρυθμού, λέει «για να συνεχίζεις πρέπει να διατηρείς το ρυθμό σου». Αυτό είναι το μόνο προσωπικό τελετουργικό που τηρώ με ευλάβεια, σύντομες διαδρομές στο κέντρο της άδειας Αθήνας, συνήθως απογεύματα την ώρα που σουρουπώνει.

Μέσα σ’ όλα αυτά λίγα συμβαίνουν που να μου δίνουν χαρά και πολλά με θλίβουν. Πριν από μερικές μέρες, το πρωί, έβλεπα στο site του Κammerspiele του Μονάχου, σε ένα camera performance, 4 queer ακτιβιστές φιλόσοφους / περφόρμερ να συζητάνε για την έννοια της μοναξιάς και την πολιτική της διάσταση: Olave Nduwanje, Keith Zenga King, Travis Alabanza, Alok Vaid Menon. Οι δύο πρώτοι, από το Μπουρουντί και την Ουγκάντα αντίστοιχα, έχουν περάσει από προσφυγικά camps πριν εγκατασταθούν στην Ολλανδία και τη Γερμανία. Την ίδια μέρα, λίγες ώρες μετά, διάβασα στην εφημερίδα Η Καθημερινή ένα κείμενο του κ. Ανδρέα Δρυμιώτη, ο οποίος χαιρόταν που έχουμε κυβέρνηση του Μητσοτάκη και δεν έχουμε πολλούς πρόσφυγες. Ο εν λόγω κύριος είχε δήθεν δει έναν εφιάλτη όπου κυβέρνηση ήταν ακόμα ο Σύριζα και γι’αυτό εν μέσω κορονοϊού είχαμε πολύ περισσότερους πρόσφυγες, που μας έφερναν περισσότερους κορονοϊούς, περιχαρής ξυπνούσε από τον εφιάλτη αυτόν και ανακουφισμένος έβλεπε τον Κυριάκο Μητσοτάκη πρωθυπουργό και ελάχιστους έως καθόλου πρόσφυγες στη χώρα. Στο μυαλό του κύριου Δρυμιώτη μία τρανς φιλόσοφος, με καταγωγή από την Αφρική και προσφυγικό παρελθόν θα ακούγεται μάλλον σαν ανέκδοτο.

Λίγες μέρες αργότερα στην ίδια έγκυρη εφημερίδα, αλλά και σε κάποιους τηλεοπτικούς σταθμούς (ALPHA, ΣKAΪ) κυκλοφορεί η είδηση ότι η Τουρκία ετοιμάζεται να μας στείλει παράνομους μετανάστες με κορονοϊό. Αυτοί, λέει, συνωστίζονται (άλλη λέξη – δυναμίτης των ημερών: η σημασία της λέξης συνωστίζομαι – συνωστισμός δηλώνει πλέον κίνδυνο), στα μικρασιατικά παράλια και ετοιμάζονται να μας μολύνουν, εισβάλλοντας με σάπιες βάρκες στη χώρα μας. Σατανική, γκεμπελικής υφής είδηση, αφού ταυτίζει την ομάδα που περισσότερο από όλους χρήζει προστασίας, δηλαδή τους πρόσφυγες, με έναν θανάσιμο κίνδυνο για την «υγιή» ελληνική κοινωνία. Ο ρατσιστικός λόγος χάνει τη μεταφορική του διάσταση και γίνεται κυριολεκτικός, οι μετανάστες δεν παρουσιάζονται ως εν δυνάμει μολυσματικοί λόγω πολιτισμικών διαφορών, αλλά κυριολεκτικά επειδή μεταφέρουν την αρρώστια. Επιπλέον μπαίνει και η Τουρκία, ο προαιώνιος εχθρός μας, στη συνταγή και το γλυκό πετυχαίνει, έτοιμο για το μάστερ σεφ του αρρωστημένου ελληνικού τηλεοπτικού mainstream, ειδησεογραφία από ρατσιστές για ρατσιστές, είδηση έτοιμη για κατανάλωση από ένα πλήθος, περήφανο που καταφέρνει με την άμεση προσαρμογή του στο καθεστώς υγειονομικής δικτατορίας να ρίξει την καμπύλη, κάτι σαν το έπος του σαράντα, μόνο που αντί για κρυοπαγήματα, εμείς πήραμε κιλά, από το καθισιό και τα πατατάκια. Ευτυχώς έχουμε πολλά στρατιωτικά σκάφη να μας φυλάνε από τις βάρκες με τους μολυσμένους πρόσφυγες. Ίσως σε κάποιους να ακούγεται υπερβολικό, αλλά εμένα όλο αυτό μου θύμισε τη μεσαιωνική πανούκλα, όταν έκαιγαν τις εβραϊκές συνοικίες γιατί πίστευαν ότι οι Εβραίοι δηλητηρίασαν τα πηγάδια. Πόσο μακριά είμαστε από αυτό το σημείο;

Εχθές στο κανάλι ALPHA ένας αστυνόμος στα διόδια της Ελευσίνας, λαϊκός τύπος, έλεγε αυθόρμητα για να περιγράψει ότι τα μέτρα έχουν φέρει αποτέλεσμα, ότι «Εντάξει μωρέ, ο Έλληνας θέλει και λίγο βούρδουλα για να χαλαρώσει». Η παρουσία της αστυνομίας είναι έντονη στο κέντρο της Αθήνας, τους βλέπω, όταν βγαίνω για τρέξιμο: μόνιμα σταθμευμένα περιπολικά στο Στάδιο και σχεδόν σε κάθε τετράγωνο στην Πανεπιστημίου, περιπολίες με μηχανάκια στα στενά της Πλάκας.  Προσωπικά με τρομάζει η αποδοχή του κόσμου στο καθεστώς αυτό, πότε και πώς θα σταματήσει και τι θα μας κληροδοτήσει άγνωστο προς το παρόν, αλλά κάποια σημάδια τα βλέπουμε ήδη:

#documentary #dystopia #εργασία από το σπίτι.

Συνέντευξη από μια φίλη που εργάζεται σε μεγάλη συστημική τράπεζα και για ευνόητους λόγους θέλει να παραμείνει ανώνυμη:

«H πλατφόρμα Teams της Microsoft, που έχει φτιαχτεί για ομαδική επικοινωνία και online meetings, ανοίγει στις 8 το πρωί και κλείνει το βράδυ στις 7 μμ. Στο γραφείο πηγαίναμε από τις 9π.μ. περίπου μέχρι τις 6μ.μ. το αργότερο. Δουλεύουμε δηλαδή περισσότερο τώρα. Με το πρόγραμμα αυτό, οι προϊστάμενοί σου μπορούν να δουν πότε μπαίνεις και πότε βγαίνεις και πόσο αποδίδεις. Μπορεί να σε καλέσουν ανά πάσα στιγμή και θέλουν να σε βρούνε εκεί, μπροστά στην οθόνη. Το μεσημέρι, αν και είσαι στο σπίτι σου, δεν μπορείς να ξαπλώσεις μισή ώρα, γιατι το στρες είναι μεγαλύτερο απ’ όταν δούλευες στο γραφείο. Στο γραφείο παίρνουμε χρόνο για διαλείμματα. Μας υποβάλλουν στην πίεση να είμαστε παραγωγικοί, ώστε όταν ανοίξει πάλι η αγορά να έχουμε προχωρήσει και να μην είμαστε στο ίδιο σημείο με πριν κι εγώ προσπαθώ γι’ αυτό. Υπάρχει ένταση.

Με την απώλεια της φυσικής παρουσίας χάνεται η αίσθηση του χρόνου, δηλαδή μπορεί να σου ζητήσουν το μεσημέρι να ετοιμάσεις κάτι για την επόμενη ημέρα, που χρειάζεται πολλές ώρες δουλειά και υπό κανονικές συνθήκες δεν θα το ολοκλήρωνες σε μία μέρα, γιατί το γραφείο κλείνει στις έξι και πρέπει να φύγεις, τώρα όμως από το σπίτι έχει αλλάξει αυτή η αίσθηση και πράγματι κάθεσαι και το κάνεις, με αποτέλεσμα να τελειώνεις την εργασία σου πιο αργά. Πράγματι εγώ εχτές τελειώσα δύο η ώρα τη νύχτα. Όμως το σπίτι μου δεν είναι μέρος εργασίας, το σπίτι μου είναι το καταφύγιο μου, είναι η ηρεμία μου, είναι ο χώρος που χαλαρώνω, και τώρα στον ίδιο χώρο πια δεν μπορώ να χαλαρώσω. Δεν μπορώ να χαλαρώσω γιατί υπάρχουν διάφορα μέσα με τα οποία ο άλλος τσεκάρει αν είσαι μέσα στην πλατφόρμα της τηλεεργασίας, αν είσαι μπροστά στον υπολογιστή την ώρα που σε καλούν, πόση ώρα θα κάνεις να απαντήσεις. Παρ’ όλο που έχει περάσει ο χρόνος που θα δούλευες, μπορεί να σε πάρουν τηλέφωνο ξανά το απόγευμα για να σε απασχολήσουν, υπό άλλες συνθήκες θα σου ζήταγαν συγγνώμη αν σε απασχολούν σε ώρα εκτός δουλειάς, ομως τώρα θεωρείται φυσιολογικό.»

Είναι αυτό το μέλλον της εργασίας; Θυμάμαι όταν είχε πρωτοβγεί το email, είχε ειπωθεί ότι θα δουλεύουμε τώρα λιγότερο διότι μειώνεται ο χρόνος της επικοινωνίας και έτσι θα έχουμε περισσότερο χρόνο για εμάς. Τι αστείο που ακούγεται αυτό σήμερα.

Τα παιδιά στο εργαστήριο σοκολάτας απέναντι από το σπίτι μου έχουν ρίξει μεν την παραγωγή, αλλά δεν έχουν κλείσει. Δουλεύουν με μειωμένο ρυθμό, ανοίγουν όμως και κλείνουν όποτε θέλουν αυτοί. Το ελεύθερο επάγγελμα, παρά τα ρίσκα του, μοιάζει να είναι καλύτερο για την ψυχική υγεία του ατόμου.

Αν και κάθομαι σπίτι όλη μερα, δεν αισθάνομαι ότι ξεκουράζομαι. Δεν βιώνω το zoom out, κατά την έκφραση της Λένας Κιτσοπούλου, παραγωγικά. Διαβάζω στη «Θεσσαλονίκη» του Mazοwer, στο κεφάλαιο για την πανούκλα, ότι η Θεσσαλονίκη την είχε περάσει χαλαρά, σε αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη, όπου μια έξαρση της επιδημίας αυτής τον 18ο αιώνα είχε κρατήσει 65 χρόνια. Αναλογίζομαι αυτά τα 65 χρόνια σε αντιδιαστολή με τον ένα μήνα που είμαστε μέσα. Βέβαια τότε δεν ήξεραν οι άνθρωποι, η επιστήμη δεν είχε προχωρήσει, δεν υπήρχε πρόσβαση σε τρεχούμενο νερό για να πλύνουν τα χέρια τους. Ο ιός της γρίπης ανακαλύφθηκε μόλις τον εικοστό αιώνα, οι άνθρωποι παλαιότερα πίστευαν ότι οι θάνατοι οφείλονταν στην επιρροή των πλανητών γι’αυτό και η παλιά αγγλική λέξη για τη γρίπη είναι influenza, από εκεί προέρχεται η σημερινή λέξη flu. Διαβάζω σε διάφορα ρεπορτάζ πόσο καλό έχει κάνει στη φύση ο κορονοϊός και η παύση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ίσως αν δεν είχε εμφανιστεί να έπρεπε να τον εφεύρουμε. Ίσως πρέπει να επιβληθεί κάθε χρόνο ένας μήνας απόλυτης παύσης κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας, με κρατική χρηματοδότηση, όχι διακοπές όμως, με αεροπλάνα και βαπόρια, αλλά μια παύση όπως τώρα, σχεδόν απόλυτη, για να βοηθηθεί η φύση, στη ίδια λογική που οι θρησκείες, ως τα οικονομικά και πολιτικά συστήματα άλλων εποχών, επέβαλαν τις νηστείες στον πληθυσμό, για να δώσουν χρόνο στα ζώα να αναπαραχθούν και να ρυθμίσουν τη διάθεση των τροφίμων.

Κοιτάζω πίσω τα ταξίδια των τελευταίων ετών με την περιοδεία της Καθαρής Πόλης. Τα τελευταία 3 χρόνια πηγαίναμε σχεδόν κάθε μήνα σε κάποιο φεστιβάλ (40 πόλεις σε 3 χρόνια). Θυμάμαι τα πρότζεκτ και τα συνέδρια που συμμετείχα στο εξωτερικό, και μου μοιάζει σαν ένας άλλος κόσμος. Πόσο αυτονόητα έμοιαζαν όλα και πόσο παράξενα φαίνονται τώρα· το στρες της έγκαιρης μετάβασης στο αεροδρόμιο, οι πτήσεις, τα ξενοδοχεία. Αν παραμείνουν οι κανόνες που ισχύουν αυτή τη στιγμή, όποιος θέλει να πάει σε άλλη χώρα θα πρέπει να υποβάλλεται κατά την άφιξη σε 14ήμερη καραντίνα. Άρα ένα πηγαινέλα στο Βερολίνο θα συνεπάγεται έναν μήνα καραντίνα, 14 μέρες εκεί και 14 εδώ. Οι εποχές που πηγαινοερχόμασταν φαίνεται να έχουν τελειώσει.  

Θα ζήσουμε φέτος καλοκαίρι; Θα μπορούμε να πάμε σε κάποιο νησάκι ή έστω να κάνουμε ημερήσιες εκδρομές στις παραλίες της Αττικής; Θα επιτραπούν ξανά τα θαλάσσια μπάνια; Θα πρέπει να κρατάμε απόσταση 1,5 μέτρου στις παραλίες ο ένας από τον άλλον; (Το ίδιο αυτό μπορεί να ισχύσει και στις θεατρικές και κινηματογραφικές αίθουσες: 1 θεατής ανα 4 καρέκλες, έτσι σε μια αίθουσα 200 ατόμων θα χωράνε μόνο 50). Σίγουρα φέτος θα δούμε τη χώρα διαφορετικά, χωρίς τουρίστες, για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, όπως ήταν τη δεκαετία του 1950. Μια Ελλάδα περίπου όπως την περιγράφει ο Λακαριέρ, αλλά με πολλά κλειστά ξενοδοχεία. Στις ταβέρνες θα παίρνουμε μόνοι μας τις μπύρες από το ψυγείο. Θα είναι λογικά πιο φτηνά από πέρυσι, αλλά οι περισσότεροι δεν θα έχουν λεφτά για διακοπές, άσε που τι διακοπές να κάνεις, τι να διακόψεις; Η Αθήνα θα έχει σίγουρα κόσμο.

Μουρακάμι: «Μερικές φορές, όταν σκέφτομαι τη ζωή, αισθάνομαι σαν ένα κομμάτι ξύλο που έχει ξεβραστεί στην ακτή». 


Ανέστης Αζάς

Σκηνοθέτης

Ελλάδα