Ελένη Στρούλια



Προχτές σκάει η είδηση για τα κρούσματα στο συνοικισμό των Ρομά στη Λάρισα. Είμαι απ’ τη Λάρισα, παίρνω τηλέφωνα να δω τι γίνεται, μια συγγενής μου, νέα κοπέλα, λέει «είδες; Δεν υπάρχει κορωνοϊός!». Γιατί; Δεν είδες λέει, τον Τσιόδρα; Ήρθε εδώ και είχε τόσο κόσμο γύρω του, ούτε αποστάσεις ούτε τίποτα, δεν θα το έκανε αυτό αν υπήρχε κορωνοϊός.   

Το βαφτιστήρι μου, έφηβη, πάει κι έρχεται για μέρες, βόλτες σε πάρκα και πλατείες με φιλενάδες και γκόμενους. «Μα είμαστε έξω», λέει. Πάλι καλά, δεν λέει ότι κάθονται σε απόσταση 2 μέτρων. Στο σπίτι το δικό της και της παρέας της, υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες.    

Άλλος γνωστός, δε λέω ονόματα, παίρνει όλη του την οικογένεια, γυναίκα και τρία παιδιά, και πάνε επίσκεψη – έκπληξη στους παππούδες. «Μα είναι κι αυτοί κλεισμένοι». Λες και τα σπίτια είναι θάλαμοι αποστείρωσης, κανείς δεν μπαινοβγαίνει για να πάει σούπερ μάρκετ, τράπεζα, δουλειά.   

Το μπαλκόνι μου βλέπει σε δρόμο κεντρικό. Το μόνο που επηρεάζει τους περιπατητές είναι ο καιρός. Με τη βροχή κάθονται μέσα, με τον ήλιο βγαίνουν. Ζευγάρια με παιδιά, πολλοί άντρες, λιγότερες γυναίκες, δυο – δυο. Στην πλατεία πιο πάνω, ένας χαμός. Δύο, τρία, έξι, εφτά άτομα στα παγκάκια, κυρίως νέοι και ηλικιωμένοι.

Δύο κυρίες με καρότσια της λαϊκής τα λένε μπροστά στην είσοδο της απέναντι πολυκατοικίας , πολύ κοντά η μία στην άλλη. Μπορεί να μένουν μαζί, σκέφτομαι. Δε μένουν μαζί, μετά από ώρα η μία μπαίνει μέσα κι η άλλη φεύγει. Ένας ηλικιωμένος κύριος περπατάει μόνος του, μάσκα κρεμασμένη στο λαιμό, φοράει γάντια και καπνίζει.  

Ένας φίλος λέει, «δεν γίνεται αλλιώς, όσο έχει καλό καιρό ο κόσμος δεν μπορεί να κάτσει μέσα». Ένας άλλος, «οι νέοι θα βγουν, οι ευάλωτοι θα πεθάνουν, και η ζωή συνεχίζεται». Είμαστε, λέει, ένα δέντρο, φυσάει κάπου – κάπου το αεράκι και ρίχνει ένα φύλλο, ε τώρα φύσηξε ένας δυνατός αέρας και πέφτουν πολλά φύλλα μαζί. Η διαδικασία επιταχύνεται, αλλά είναι φυσιολογική και συμβαίνει πάντα.

Εγώ μένω σπίτι. Μου φαίνεται περίεργο ότι υπάρχει κόσμος που βολτάρει, που βγαίνει απ’ το σπίτι για να πάρει καπουτσίνο, που δεν φοβάται μήπως αρρωστήσει, δεν σκέφτεται ότι θα ήταν πρόβλημα να πεθαίνουν κι εδώ χίλιοι άνθρωποι τη μέρα, όπως αλλού. Θα είμαι μάλλον υπερβολική ή φοβητσιάρα, αλλά ώρες – ώρες πείθομαι ότι εγώ, ο Σωτήρης Τσιόδρας και 3-4 φίλοι είμαστε οι μόνοι λογικοί άνθρωποι στη χώρα. Όταν περάσει το κακό θα βγούμε, η Αθήνα θα είναι σαν Τσέρνομπιλ, χορτάρια στην άσφαλτο. Θα μπούμε στα H&M και στον Κωτσόβολο, θα πάρουμε ό,τι μας γυαλίσει παρ’ όλο που θα είμαστε άφραγκοι, και η ζωή στον πλανήτη θα συνεχιστεί μόνο και μόνο χάρη στη δική μας υπευθυνότητα.


Ελένη Στρούλια

Σκηνογράφος – Ενδυματολόγος

Ελλάδα