Ελίζα Αργυρίου



Μου προτάθηκε κάποια στιγμή να γράψω ένα κείμενο σε αυτά τα ημερολόγια καραντίνας που φιλοξενούν όμορφες σκέψεις για το θέατρο από όμορφους ανθρώπους. Και με βρήκε σε στιγμές εγκλεισμού βεβαίως και προσωπικής τυραννίας με σύνδρομα στέρησης από την έλλειψη παραστάσεων εδώ και δύο μήνες…Ήθελα να μιλήσω λίγο πιο προσωπικά, αλλά και όχι μόνο, για το θέατρο λοιπόν. Το κουβαλούσα μέσα μου ήδη το θέμα, γίνεται για τον καθένα άλλωστε η άρση των παραστάσεων ένα θέμα κάπως πιο προσωπικό. Και το κείμενο, αν το θέμα το έχεις μέσα σου, υπάρχει και αυτό μέσα σου. Του ανοίγεις την πόρτα και το ελευθερώνεις κάποια στιγμή.

Αυτό ακριβώς κάνει νομίζω το θέατρο, τα θέματα υπάρχουν μέσα μας και έρχονται τα κείμενα, οι άνθρωποι, ο θεατρικός χώρος και μας καλούν να ανοίξουμε τις πόρτες και να ελευθερωθούμε μέσα από αυτά. Και να αναστοχαστούμε. Και να μοιραστούμε. Και να δούμε ανθρώπους να εκφράζονται όπως πολύ θα θέλαμε κι εμείς και να λένε λόγια που ποτέ δε θα μπορούσαμε να τα αρθρώσουμε έτσι βαθιά, στοχαστικά, αλλά που την επίδρασή τους την έχουμε νιώσει και τα αναγνωρίζουμε σαν κομμάτια του εαυτού μας. Και τους ρόλους το ίδιο, είτε ταυτιζόμαστε είτε όχι, συμπάσχοντας, απορρίπτοντας, συμφωνώντας, διαφωνώντας. Γιατί το θέατρο είναι συμμετοχή και αναμέτρηση με τους άλλους και με τον εαυτό σου, είναι μια διαρκής εναλλαγή από το ομαδικό στο ατομικό και πάλι στο ομαδικό. Μια αέναη ανατροφοδότηση των δύο.

Είμαι εκπαιδευτικός. Μια εκπαιδευτικός που έχει εργαστεί 1,5 χρόνο ως καθηγήτρια σε δημόσιο σχολείο και 3 χρόνια ως ταξιθέτρια στο Εθνικό Θέατρο σε όλες τις σκηνές στην Πανεπιστημίου στο Ρεξ, Νέο Ρεξ, Κοτοπούλη και Πειραματική Σκηνή. Τρία χρόνια θεραπευτικά με πολλές παραστάσεις και πολλές εικόνες των ανθρώπων του θεάτρου. Νομίζω ότι ήταν η καλύτερη δουλειά που έκανα ως τώρα αν και έχω κάνει πολλές άλλες κατά καιρούς που έχουν να κάνουν με πολύ κόσμο, υποδοχή, εξυπηρέτηση, επικοινωνία.

Και είπα να, αυτό θέλω να γράψω στο ημερολόγιο. Είναι η ωραιότερη δουλειά που τώρα τη νοσταλγώ βαθιά για δύο βασικούς λόγους πέρα από τους προφανείς του να ταξιδεύεις κάθε βράδυ ακόμα και με την ίδια παράσταση σε μια σκηνή επί μήνες (ποτέ παρεμπιπτόντως δε με ενόχλησε αυτή η επανάληψη, αντίθετα περίμενα κάθε βράδυ να δω τις διαφορές). Ο ένας λόγος ήταν η ψυχική γαλήνη που με ξεκούραζε και μου επέστρεφε, ήταν ευεργετική και έπαιρνε από πάνω μου κάθε ενέργεια από όλη τη μέρα ή από την πίεση της δουλειάς και με ανακούφιζε. Ο δεύτερος ήταν ότι ήθελα να πηγαίνω. Ήθελα να πηγαίνω στη δουλειά. Ακόμη και άρρωστη. Δεν είχα λείψει 3 χρόνια ποτέ ούτε μία φορά. Δεν ήθελα να το χάσω. Και σκέφτομαι αν εμένα μού λείπει το θέατρο και ως εργασία έστω και από το μετερίζι της ταξιθεσίας, φαντάσου τι θα συμβαίνει με τους ηθοποιούς, τους τεχνικούς, τους εργάτες όλους πίσω από μια παράσταση. Που ζούνε για αυτή και από αυτή.

Φαντάζομαι τις σκηνές από τα 3 αυτά χρόνια και τις βλέπω μπροστά μου, τους αριθμούς στα καθίσματα, τα θεωρεία, τους εξώστες, τις σκηνές. Τα χειροκροτήματα, τα προγράμματα, τους ανθρώπους που είδα, άκουσα, χάρηκα να βλέπω να παίζουν. Όσους είδα να δουλεύουν πίσω από όλο αυτό. Το άγχος που πολλές φορές ένιωθα, τη χαρά, τα χαμόγελα, τις κορυφώσεις, τις παύσεις, τις λύπες.  Πού πάνε όλα αυτά όταν σβήνουν τα φώτα και επιχειρούν να σβήσουν και τους ανθρώπους που τα δημιουργούν; Δε γίνεται να χάνονται, σκέφτομαι. Πρέπει να είναι κάπου εκεί κρυμμένα, φοβισμένα, να περιμένουν όλους μας υπομονετικά να γυρίσουμε.

Φέρνω στο νου μου κάθε μία παράσταση που είδα στις σκηνές αυτές και βλέπω μπροστά μου ρόλους, χρώματα από κουστούμια, ακούω τη μουσική από την Οπερέτα του Καραθάνου στα αυτιά μου. Βλέπω το Φιντανάκι και το ουρλιαχτό του από τον πόνο της προδοσίας. Τους Δαιμονισμένους του Αμπαζή, το Δαμάζοντας τα Κύματα στο Ισόγειο. Μια σειρά προγράμματα στα ράφια της βιβλιοθήκης μού θυμίζουν αυτά τα 3 χρόνια.

Το θέατρο λείπει από τις ζωές μας πολύ. Λείπει να τραγουδήσει τις ανάγκες μας, τους φόβους μας, τις συλλογικές αγωνίες, χαρές και λύπες.

Και αυτό θέτει μια παύση στο όνειρο και στην ελπίδα. Θέτει μια παύση στο δικαίωμα για παρηγοριά και συναισθηματικό μοίρασμα. Θέτει μια παύση στο όνειρο. Και κραυγάζει μιαν απώλεια. Την απώλεια της ανεμελιάς και αθωότητάς μας. Δημιουργεί ένα συναισθηματικό κενό, σα να πέθανε ένα παιδί ή να είναι βαριά άρρωστο.

Έχει γύρω τόση πνευματική ησυχία αλλά τόση ψυχική αναστάτωση. Αυτό, δεν μπορούμε να ξεχαστούμε και να ηρεμήσουμε χωρίς το θέατρο. Μένουμε ξάγρυπνοι χωρίς τις ιστορίες του αλλά όχι όπως μέναμε ξάγρυπνοι όταν τις ακούγαμε για να τις σκεφτούμε το βράδυ, αλλά σαν κάτι από λύπη βαριά που δεν τις ακούμε να μας περιβάλλουν. Σα να σταμάτησαν οι μουσικές στο δρόμο και οι ήχοι γύρω. Είναι ένα mute ψυχικό. Είναι mute και απτικό λόγω κορωνοϊού, είναι mute αισθητητικής, είναι mute αισθήσεων. Είναι αποστείρωση σκέψης. Το social distancing  που επιβλήθηκε είναι στον αντίποδα του θεάτρου κι αυτό είναι και η πληγή τώρα. Είναι διπλή πληγή γιατί το θέατρο είναι υπενθύμιση δημοκρατίας, αντίστασης και αγώνων, και όταν δε λειτουργεί, ατροφούν σημαντικά και αυτά. Ακόμη παραπάνω από πριν τελοσπάντων. Δίνει αυτή η σιωπή δικαιολογία και πάτημα στην αποφυγή του προβληματισμού.

Αλλά το θέμα ήταν ότι η ταξιθεσία ήταν η καλύτερη δουλειά που έχω κάνει ποτέ. Ναι, ήρθε η ώρα να το εξομολογηθώ τελικά και πρώτα από όλα σε μένα. Και το θυμήθηκα τώρα με την καραντίνα. Τώρα που βλέπω τα θέατρα κλειστά.

Αλλά μπορεί και να μην το θυμήθηκα για αυτό. Μπορεί να μη με γεμίζει τόσο η δουλειά που κάνω και ήρθε η καραντίνα να μου δείξει τώρα με την ευκαιρία και τον χρόνο που μου έδωσε πώς ήταν όταν περίμενα να έρθει η ώρα να πάω στη δουλειά. Πώς ήταν να φεύγω γεμάτη από τη δουλειά. Ή ήρθε η πρόταση σε αυτά τα ημερολόγια καραντίνας να μου θυμίσει τι μου λείπει όλον αυτόν τον καιρό τελικά, μάλλον και πριν την έναρξη της αναγκαστικής απομόνωσης. ΄

Νομίζω ότι οι άνθρωποί του θεάτρου και όσοι το αγαπάμε και το θεωρούμε σύμφυτο με τη ζωή μας και τις βασικές μας ανάγκες νιώθουμε κάπως σαν τα παιδιά που τα έκλεισαν στο σπίτι. Δεν μπορείς να το κλείσεις το παιδί στο σπίτι, θέλει να δραπετεύσει, αντιδρά, φυλακίζεται, ασφυκτιά.

Ευελπιστώ να έρθουν καλύτερες μέρες γρήγορα και να ανοίξουν τα θέατρα και τα μυαλά και οι καρδιάς μας μαζί με αυτά. Γιατί κλείστηκε και το πνεύμα εκτός από το σώμα. Άλλωστε οι εποχές χωρίς θέατρο στην ιστορία είναι καταγεγραμμένες ως οι πιο σκοτεινές πνευματικά περίοδοι, οι πιο μισαλλόδοξες, δογματικές και άγονες που ευνόησαν τη μαζοποίηση και την πνευματική νωθρότητα. Και δε μας παίρνει άλλο και για ακόμη περισσότερη… Χωρίς τέχνη δε χειραφετείσαι, δε μεγαλώνεις και δε γίνεσαι ξανά μικρό παιδί. Μένεις σε μια κατάσταση καταδίκης σε αιώνιο γήρας.

Αυτό.

Ελπίζω να επιστρέψουμε γρήγορα στην αιώνια νιότη του θεάτρου. Και στο θεραπευτικό του άγγιγμα που ποτέ δεν αποτελεί απειλή παρά μόνο ίσως για αυτούς που αποφασίζουν να το κλείσουν ανοίγοντας άλλους δημόσιους χώρους την ίδια στιγμή.



Ελίζα Αργυρίου

Εκπαιδευτικός –  Ταξιθέτρια (Εθνικό Θέατρο)

Ελλάδα / Κύπρος