Ζωή Βερβεροπούλου



Σκέφτομαι και διστάζω: πώς ημερολογιογραφεί κάποιος που έχει συνηθίσει να κολυμπά μόνο σε θεωρητικά νερά; Και τι θα μπορούσα άραγε να γράψω που να μην έχει κιόλας ειπωθεί;

Για το πόσο τρομαχτικό αλλά και αλλόκοτα ενδιαφέρον είναι αυτό που ζούμε; Κι ακόμη πιο ενδιαφέρον, πώς στην παρούσα συνθήκη το παρατηρούμε και το καταγράφουμε ενώ (μας) συμβαίνει; Ή πόσο δύσκολα μαντεύεται ένα μέλλον που εδώ και τώρα εκκολάπτεται; Μήπως να πω για τις χαμένες ισορροπίες στην ανθρώπινη και την καλλιτεχνική συνθήκη; Για όσους είναι μόνοι, για εκείνους που νοσούν ή που δεν τα κατάφεραν, για όσους βρίσκονται τώρα περισσότερο από ποτέ σε ανάγκη; Ή για τις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, ψυχολογικές, φιλοσοφικές, πολιτισμικές διαστάσεις τής πανδημίας και τις ακόμα ανυπολόγιστες συνέπειές τους;

Ταιριάζει μήπως καλύτερα σε ημερολόγια να μιλήσω πιο προσωπικά; Να πω πόσο έχω πεθυμήσει να ξαναϋπάρξω ως ολόκληρος άνθρωπος και όχι ως προτομή μπροστά σε μια οθόνη που αποθεώνει το virtual και το «μέσα»; Για τα καθημερινά διαδικτυακά μαθήματα και ότι πλέον αναγνωρίζω τους φοιτητές μου από τις φωνές τους, όταν κρατάμε τις κάμερες κλειστές για να μη «βαραίνει» η πλατφόρμα; Ότι κάπως με γοητεύει όλο αυτό, η ακοή μου σαν να ανασυντάσσεται, να επανευαισθητοποιείται σε χροιές και τόνους. Συνειρμικά ξαναθυμάμαι ότι αγαπώ το ραδιοφωνικό θέατρο – θα ήταν, ίσως, μια ωραία πρόκληση στην παρούσα στιγμή, λέω. Από την άλλη, δυσφορώ που έχει συρρικνωθεί η απτική ζωή μου, τώρα που απαγορεύεται να αγγίζουμε αγαπημένους και πράγματα του κόσμου, κι αυτό είναι στέρηση αν έχεις ανήσυχο δέρμα στα δάχτυλα και σε μαλώνουν ως και οι φύλακες στα μουσεία επειδή χαϊδεύεις στα κλεφτά γλυπτά και πίνακες για να τα εννοήσεις. Και πώς και πού θα συνορεύω με το «έξω», αναρωτιέμαι, και αντιστέκομαι στα γάντια και στη μάσκα, αλλά δεν πρέπει, ξέρω.



Ο εγκλεισμός καθαυτός δεν μου κοστίζει ιδιαίτερα, η μέρα του μελετητή έτσι και αλλιώς απαιτεί μοναχικότητα πολλή, ακόμα και στην κανονικότητά της. Καλύτερα να γράψω, σκέφτομαι, για τη νοσταλγημένη liveness όπως την όρισε ο Auslander, επειδή τώρα δεν χάθηκε μόνο από τη σκηνή, αλλά ως έναν βαθμό και από την αληθινή ζωή. Το θέατρο το ζωντανό μου λείπει βέβαια και πιο πολύ η θέση μου στην πλατεία, εκείνη η παράδοξη, κοινωνική μοναχικότητα του ενός ανάμεσα στους πολλούς, όταν τα φώτα σβήνουν. Ανησυχώ σοβαρά για τους ανθρώπους του που έμειναν μετέωροι, αλλά και παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον on line βίους παραστάσεων και πώς διαμεσολαβεί η οθόνη και τι παθαίνει τότε η θεατρικότητα. Και μετά πέφτω πάνω στον όρο «οπτικογράφηση» που χρησιμοποιούν στην Κύπρο για τις μαγνητοσκοπημένες παραστάσεις και σαν να μου αρέσει. Πολλά σκέφτομαι και νομίζω για το θέμα, όμως ο ερευνητής μέσα μου λέει όχι εδώ, ταιριάζουν καλύτερα στα συνέδρια που υποψιάζομαι ότι κιόλας δρομολογούνται, με τίτλους όπως «το θέατρο (ή το μη-θέατρο;) την εποχή της πανδημίας» και άλλα ανάλογα. Μόνο ας πω ότι, αν και ανησυχώ για το παρόν της σκηνής, για το μέλλον της δεν φοβάμαι, ίσα ίσα, η υγειονομική κρίση ανέδειξε κενά και δυνατότητες και το απότομο σοκ της παύσης, ελπίζω, θα δυναμώσει εν καιρώ την ορμή και το βάθος της δημιουργίας. Κι έχω μεγάλη περιέργεια, πώς άραγε θα υποδεχθεί η μυθοπλασία και πιο πολύ οι δραματουργίες τεκμηρίωσης τις ανατροπές και την οδύνη των ημερών που διανύουμε.

Διάφορα τέτοια ίσως γράψω στα «Ημερολόγια Θεάτρου», σκέφτομαι, αλλά τίποτε δεν μου φαίνεται εντελώς κατάλληλο ούτε πραγματικά σημαντικό. Και πάνω εκεί, διαβάζω τη σοκαρισμένη ανάρτηση μιας φίλης στο fb: βρέθηκε θετική στο τεστ για τον κορονοϊό και είναι με πυρετό σε καραντίνα. Παγώνω και συνειδητοποιώ απότομα γιατί δεν βρίσκω τα σωστά δημόσια λόγια για το ιδιωτικό μου βίωμα και τι θα αφήσω οριστικά ανείπωτο – μάλλον επειδή μού είναι αδιανόητο: την ευθραυστότητα και εκείνο το ρίγος του απόλυτου πραγματικού, όταν εισδύει στα κλεισμένα σπίτια μας από τη χαραμάδα.



Λεπτομέρεια από πίνακα του Julian Schnabel στο Μουσείο Γουλανδρή

Ζωή Βερβεροπούλου

Πανεπιστημιακός – Κριτικός Θεάτρου

Ελλάδα