Παρασκευή Λυπημένου



Όταν ήρθε η είδηση του 1ου κρούσματος είπα “Τέλος, δεν ξαναπάω στη γιαγιά”. Αναγκάζω και τον αδελφό μου να ακολουθήσει.

Είμαι η Παρασκευή και μένω στο δεξί διαμέρισμα του πρώτου ορόφου μιας πολυκατοικίας, μαζί με τους γονείς μου 47 και 58 χρονών (ποια ηλικία έχει ποιος πραγματικά δεν ξέρω!). Τέλος πάντων, στο ισόγειο μένει η συνονόματη γιαγιά, η «μεγάλη Παρασκευή». Είναι γεννημένη το ’33 – δεν λέμε τα  χρόνια της. Το ’33 είναι πιο κοντά στο ’73 που γεννήθηκε η μαμά μου ή στο ’93 που γεννήθηκε η αδελφή μου (καλά εδώ όχι και τόσο) ή τέλος πάντων σίγουρα ακούγεται καλύτερο σε όλους μας από το να λέμε x χρονών: μόνο η μαμά το λέει μερικές φορές για να μας συμφιλιώνει με την «πραγματικότητα» – το ενδεχόμενο της άμεσης απώλειας. Αλλά ούτε ο μπαμπάς, ούτε εμείς την ακούμε. Όχι γιατί δεν ξέρουμε το φυσικό μέλλον της εξέλιξής μας, αλλά γιατί να το σκεφτόμαστε ενώ ακόμη ζούμε; Κάθε δράμα στην ώρα του.

Στη γιαγιά λοιπόν, έχει φτιάξει ο αδελφός μου το «play room» του, για να αράζει με τους φίλους του και να παίζουν βιντεοπαιχνίδια ή να μιλούν κρυφά για γκόμενες με τους συνομήλικους 20χρονους φίλους του, λες και είναι κάτι σούπερ που πρέπει να μείνει κρυφό και μακριά απ’ τα φώτα της δημοσιότητας. Το δωμάτιο του αδελφού μου είναι, με το που μπαίνεις στο σπίτι της γιαγιάς, αριστερά. Υπάρχει ένα μικρό χολ στην είσοδο της οικίας κι εκεί ακριβώς υψώνεται και το πρώτο τείχος. Η μεσόπορτα.

Η πόρτα αυτή όταν ανοίγει, πάντα σχεδόν, αποκαλύπτει τη γιαγιά να κάθεται στην τραπεζαρία της και είτε τη βλέπεις να καπνίζει και να βλέπει τηλεόραση, είτε να τρώει και να βλέπει τηλεόραση, είτε να βλέπει τηλεόραση και να δουλεύει στο εργοστάσιο παραγωγής που έχει – να στρίβει τσιγάρα αργά και βασανιστικά με τη βοήθεια της ταμπακιέρας. Η καθημερινότητα της γιαγιάς είναι να βλέπει τηλεόραση, ειδήσεις κυρίως (και να παρακούει τα πράγματα), να στρίβει, να καπνίζει, να τρώει, να κοιμάται σε περίεργες για εμάς ώρες και να πίνει το πρωινό της «καφούλι» στις 3 ή 4 το πρωί.

Η γιαγιά λοιπόν, έχοντας 8 παιδιά και 21 (αν δεν κάνω λάθος) εγγόνια, περιμένει μέσα στην ημέρα τη μαμά μου να της κάνει καμιά δουλειά και να της πάει φαγητό (γιατί πολλές φορές βαριέται να μαγειρέψει), τον μπαμπά με τον οποίο κάθονται στο τραπέζι και θαυμάζουν ο ένας τον άλλον με κάτω κείμενο “Αχ μανούλα μου πόσο μεγάλωσες” ή “Τον αληταρά, τώρα με βλέπει και νομίζει ότι ξεκούτιανα”, τον αδελφό μου που είναι ο μικρότερος εγγονός της οικογενείας και “Είναι μικρό παιδί”, κι εμένα.

“Η Παρασκευή δουλεύει;”

Είναι η στάνταρ ερώτηση της ημέρας και την απευθύνει σε όλους της φαμίλιας, από μία έως κάθε φορά που μας βλέπει.

Κάθε φορά που ανοίγω τη μεσόπορτα – σχεδόν ποτέ δεν την ακούει (είναι μια συρόμενη πόρτα, βαριά, που κάθε φορά την ανοίγω τόσο όσο για να περάσω, για να μην ακούω το θόρυβό της) –  με βλέπει και τρομάζει, κι ο τρόμος της συνδυάζεται σχεδόν ταυτόχρονα με ένα χαμόγελο που απλώνεται σαν βεντάλια κι ένα γαργαλιστικό ήχο. Είναι υπέροχο που γελάει:

1. Επειδή με βλέπει.

2. Επειδή με βλέπει και τρομάζει.

3. Επειδή κρύβει με το γέλιο την τρομάρα της.

“Πού είσαι Παρασκευή μου;”

Χαμόγελα, φιλάκια, “Πού να ‘μαι βρε γιαγιά ξέρεις” – αμέσως η δικαιολογία στο τραπέζι – και πριν προλάβω να τραβήξω την καρέκλα για να κάτσω, τσουπ η έγνοια της γιαγιάς: “Κάνα καλό παιδί βρήκες;”….

Και να σου τα τσιγάρα, οι ιστορίες απ’ τα παλιά, για τα παιδικά της χρόνια,  τον απαγορευμένο έρωτα με τον παππού, τη χηρεία της στα 40, και και και…

Και αυτή η γυναίκα τώρα, που το παραθυράκι της ήμασταν εμείς, με τον ερχομό του κορονοϊού έχει ξεμείνει με την τηλεόραση, τα τσιγάρα, τον καφέ  και δύο δειλά ανοίγματα της μεσόπορτας, με τη μαμά ή τον μπαμπά με μάσκες, γάντια, κάλτσες, να της πηγαίνουν το φαγητό με όλες τις προϋποθέσεις υγιεινής που μπορούν να σκεφτούν, από το ποιος θα «ντυθεί» για να της προσφέρει το πιάτο και ποιος θα ανοίγει πόρτες και θα πιάνει τα πόμολα κλπ κλπ. Φρίκη!

Η γιαγιά βέβαια στην αρχή, όταν τους έβλεπε γελούσε. Της φαίνονταν τόσο αστείοι έτσι όπως είναι «φασκιωμένοι» όπως λέει. Αυτές τις μέρες – μετά από 3 βδομάδες σχεδόν καραντίνας – άρχισε να σκέφτεται το θάνατο.

«Θα με σκοτώσει αυτό Αλέκο;»

«Μάνα, αυτό σκοτώνει και νέους».

Και νομίζω – γιατί τόσο καιρό δεν την έχω δει αλλά την ξέρω – κάπως έτσι έπαψε και να το σκέπτεται. Ξέρω ότι περιμένει πλέον το καλοκαίρι να πάμε Αμφιλοχία, στον “ευλογημένο τόπο μάνα!”

“Ναι, ναι”…


Παρασκευή Λυπημένου

Θεατρολόγος, Βοηθός Σκηνοθέτη

Ελλάδα