Φίλιππος Χάγερ


Βλαντιμίρ: Τί κάνουμε τώρα;

Εστραγκόν: Περιμένουμε.

Βλαντιμίρ: Ναι, αλλά όσο περιμένουμε;

(Samuel Beckett, Περιμένοντας τον Γκοντό)


Από την αρχή της καραντίνας περιμένουμε· να κάνουμε όλα όσα κάναμε πριν έρθει ο ιός· να ξαναρχίσει η ζωή να κυλά κανονικά. Ναι, αλλά όσο περιμένουμε; Δηλαδή δεν ζούμε όσο διαρκεί η καραντίνα; Δεν δουλεύουμε; Προφανώς ο χρόνος δεν έχει σταματήσει. Συνεχίζει να τρέχει, ίσως και πιο γρήγορα από πριν. Έχω όμως την ελπίδα ότι όλο αυτό θα σταματήσει κάποια στιγμή και θα επιστρέψουμε στο πριν. Ξέρω ότι δεν γίνεται να επιστρέψουμε· το μετά θα είναι μετά. Συζητώντας με ένα φίλο πριν από μερικές εβδομάδες άρχισα να του λέω ότι φοβάμαι τι κατάλοιπα θα μας αφήσει αυτή η ιστορία όταν περάσει. Εκείνος με διέκοψε λέγοντάς μου ότι είναι ακόμα πολύ νωρίς να συζητάμε το μετά. Ίσως αυτό που μου έλεγε να ήταν ότι πρέπει να σκέφτομαι τι γίνεται καθώς περιμένουμε, όχι τι θα γίνει μετά.

Έτσι λοιπόν άρχισα να σκέφτομαι το μεταβατικό διάστημα της αναμονής. Δεν με απασχολεί πια (προς το παρόν;) τι θα γίνει μετά, αλλά τι γίνεται (τι κάνω;) τώρα. Ένα από τα θέματα που με απασχολούν περισσότερο αυτές τις μέρες (εκτός από την ίδια την πανδημία) είναι η διαμόρφωση των συνθηκών εργασίας μέσα στην καραντίνα καθώς και οι επιπτώσεις που έχει η νέα (προσωρινή;) κατάσταση στον διαχωρισμό παραγωγικού και προσωπικού χρόνου. Καθώς δουλεύω σε ένα βρετανικό πανεπιστήμιο το σημείο αναφοράς μου είναι η δική μου εμπειρία. Τα περισσότερα πανεπιστήμια στη Βρετανία ήταν σχετικά απρόθυμα να αποδεχτούν την πραγματικότητα και να κλείσουν τα campus τους. Μέχρι τη μέρα που κλείσαμε, η κεντρική γραμμή στο πανεπιστήμιο όπου διδάσκω ήταν ότι συνεχίζουμε κανονικά, απλά είμαστε πιο προσεκτικοί σε σχέση με την προσωπική μας υγιεινή (με άλλα λόγια, να φροντίζετε να πλένετε τα χέρια σας περισσότερο απ’ ότι συνήθως). Μέσα στο πλαίσιο που είχε διαμορφώσει η διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση, της οποίας αρχικά η κεντρική γραμμή ήταν ότι πρέπει πάση θυσία να προστατευτεί το business as usual, τα πανεπιστήμια της χώρας επέμεναν ότι τίποτα δεν θα αλλάξει. Η στάση αυτή άλλαξε ριζικά στα μέσα Μαρτίου, όταν η κυβέρνηση άρχισε να ανακοινώνει πιο αυστηρά μέτρα.

Στα μέσα Μαρτίου, λοιπόν βρεθήκαμε να τρέχουμε πανικόβλητοι για να προσαρμόσουμε τα μαθήματά μας στις νέες συνθήκες: πώς συνεχίζουμε τη διδασκαλία; Τι πλατφόρμες χρησιμοποιούμε; Πώς θα γίνουν οι τελικές παραστάσεις των φοιτητών μας; Τί μπορούμε να κάνουμε για να βοηθήσουμε τους φοιτητές μας (τόσο στο πρακτικό επίπεδο όσο και στο ψυχολογικό) να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες; Έτσι λοιπόν αρχίσαμε να περνάμε ολόκληρες μέρες μπροστά στις οθόνες μας και να προσπαθούμε να καθησυχάσουμε τους φοιτητές στους οποίους μέχρι χθες λέγαμε ότι όλα συνεχίζουν κανονικά και ταυτόχρονα να τους εξηγούμε ποιες είναι οι νέες παράμετροι των εργασιών και των παραστάσεών τους. Τα γράφω όλα αυτά για να δώσω μια εικόνα του πανικού που επικράτησε τις πρώτες μέρες της καραντίνας· ενός πανικού που, σύμφωνα με την βρετανική ιδιοσυγκρασία, φαινόταν περισσότερο σαν ένα ασήμαντο ξεβόλεμα (a minor inconvenience). Πίσω όμως από αυτή την πολύ βρετανική βιτρίνα, η πραγματικότητα ήταν ότι κανείς δεν ήξερε τι έπρεπε να γίνει και κανείς δεν είχε εκτιμήσει εγκαίρως τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ένας τομέας στον οποίο τα πανεπιστήμια απέτυχαν εντελώς να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις της διαδικτυακής λειτουργίας αφορά τους εργαζόμενους με παιδιά -ιδιαίτερα παιδιά σε ηλικίες που πρέπει να έχουν συνεχή φροντίδα ενός τουλάχιστον γονέα: με κλειστούς τους βρεφονηπιακούς σταθμούς και τα σχολεία, οι εργαζόμενοι γονείς πρέπει λοιπόν να δουλεύουν από το σπίτι και ταυτόχρονα φροντίζουν και να διασκεδάζουν τα παιδιά τους. Κάπως έτσι βρέθηκα να περιμένω το μετά και ταυτόχρονα να μην προλαβαίνω το τώρα. Φοβάμαι όμως ότι το μετά που περιμένω δεν είναι μια προσμονή για όλα όσα η καραντίνα δεν μου επιτρέπει, αλλά μια αμήχανη αναμονή για εκείνα που τώρα εγκαθιδρύει.

Ο χρόνος μοιάζει πια συμπαγής. Είναι ολοένα και πιο δύσκολο να ξεχωρίσω την εργασία από τη αναψυχή, την παραγωγή από την κατανάλωση· να διαχωρίσω το χρόνο που αφιερώνω στη δουλειά από εκείνον που αφιερώνω στην σύντροφό μου και το παιδί μας· να διαχωρίσω τα πράγματα που πρέπει να κάνω από εκείνα που θέλω να κάνω. Αλλά, σε πείσμα της απαισιοδοξίας μου, επιμένω να προσμένω τη στιγμή που θα καθίσω μπροστά στον υπολογιστή μου και θα γράψω όλα εκείνα που δεν προλαβαίνω να γράψω τώρα. Από την άλλη πάλι, αυτό ακριβώς κάνω αυτή τη στιγμή.


Φίλιππος Χάγερ

Θεατρολόγος – Πανεπιστημιακός

Μεγάλη Βρετανία