Dimitris Daskas



(For Greek and French scroll down)

In the amateur theatre labs where I have worked from time to time, there is a pattern somewhat repetitive. A behavior, almost a tick, which can come from any participant: deeply motivated or indifferent, energetic or reserved. This behavior has nothing to do with the participants’ educational, economic, or social level.

When this tick occurs, it dissolves any concentration, any teamwork, any moment of coordination or inspiration achieved at that time by the participants.

It blocks the flow, the instinctive spontaneity, the connection of the “guilty” with their emotions, as well as their connection with the group. It restricts their imagination and creativity, though at first it gives the impression of achieving the exact opposite.

Of course, the word “guilty” is an exaggeration, as we’re talking about a normal, human process. In all honesty, I can say that in the theatre companies I have worked as an actor, it is often me the one carrying  this “childhood illness” – maybe that’s why I easily recognize it when I come across it, and I understand how much harm it can do.

What is this behavior?

The comment.

The need for comment.

Comment on everything.

On everything that happens during class, from our rehearsal clothes and the exercises we do, to improvisations and scenes.

But also on everything that goes on out of class – late buses, hard-to-find parking spots, professional concerns. Information coming and exploding like small bombs of tension and dispersion at any time, even during rehearsal.

My reaction to all this varies. Initially, I was responding to any comment by another one, maybe out of a need to win the group, especially if the group was new. Later, I just asked them politely not to comment so as not to destroy what was being created between the more concentrated participants. Lately, I prefer, as far as possible, to just continue my work, trying to reinforce what is happening on stage so as to help it overcoming the “attack” of the comment virus. (See what I did there?)

Recently I started telling the workshops’ participants this:

During these few moments that we spend together, allow yourself, to have no need to comment. No need to say something clever. No need to take a distance from what’s going on in order to express an opinion. Enter the event and observe it from the inside. Relax your mind from the constant pressure to make the fastest, the smartest, the most accomplished, the most successful, the funniest, the most subversive comment. Allow your mind to be silent for a while.

Be silent for a while.

Just listen and act.

The problem is that if we pause for a while, if we do nothing, we feel embarrassed.

Here we are.

The comments intend to kill this very embarrassment. To save us from it.

This period of quarantine we live in, reminds me of the moments I drive in the city and suddenly I have to stop before a red light. I have fifteen seconds of waiting. Dead time. Embarrassed. I usually turn on my cellphone in those fifteen seconds in order to kill this embarrassment. Because I can’t stand it. Right there, before the red light, in those fifteen seconds of dead time that we DO NOTHING, that our frenzied pace has been paused, it’s possible that we just crumble and burst into tears. In an ordinary day. Because we do not control what is born of this embarrassment. Although it is something born inside us.

But in the theater, we want to see what will be born of this embarrassment, of this dead time.

We want to see things coming up, things we have not foreseen.

What does this have to do with what we are living now and quarantine diaries?

I feel that it’s a very noisy quarantine, full of comments, full of words.

Words that serve to hide, not to reveal.

A quarantine with a great need to prove that we exist as artists and not only. A great need to show the whole world how we go about indoors, a great need to show that we are needed, that our creative appetite has not stopped, that we still deserve to exist even while theaters are closed, that we must not be forgotten, a great need to convince that this time is not useless for us, but we continue to produce masterpieces for viewers. Any viewers. The televiewers. Wherever they are, and by whatever means we can reach them.

A great need to make noise.

Maybe because silence has something frightening, or just something unfamiliar.

But it’s ok.

I want to see where this fear will take us.

I work in performing arts and my work, by definition, has a lot of contact, a lot of communication, a lot of extroversion. And this extroversion often becomes just fuss, noise and scattering.

It’s about time to pick up my pieces, take a moment to look and listen to what’s going on.

What’s happening outside and inside me.

Without comments.

It’s time to enjoy this luxury of quiet time.

It’s quiet, not dead.

The time it takes to rest, empty, digest, transform, and re-enter the creative process when the time comes. This time is needed.

To enjoy even the time to work now on myself.

This is probably an artist’s most fundamental tool.

Let us clear our eyes, our ears, our minds in order to better receive and understand the new world we will encounter when this quarantine is over. In order to be able to act within it, too.

Because it seems that it’s going to be quite a different one.

And in this different world, we will definitely need something even more perceptive and strong than mere comments, to get by as human beings, and be really creative as artists.



Περιμένοντας ν’ανάψει το πράσινο

Στα εργαστήρια ερασιτεχνών ενηλίκων που έχω κατά καιρούς δουλέψει, υπάρχει ένα μοτίβο που κάπως επαναλαμβάνεται. Μια συμπεριφορά, ένα τικ σχεδόν, που μπορεί να έρθει από οποιουσδήποτε συμμετέχοντες: τόσο από τους ορεξάτους όσο και από του αδιάφορους, τόσο από τους πιο ενεργητικούς όσο και από τους πιο κρατημένους. Η συμπεριφορά αυτή εμφανίζεται ανεξαρτήτως μορφωτικού, οικονομικού, ή κοινωνικού επιπέδου των συμμετεχόντων.

Το τικ αυτό, όταν εμφανίζεται, διαλύει οποιαδήποτε συγκέντρωση, οποιαδήποτε ομαδικότητα, οποιαδήποτε στιγμή συντονισμού ή έμπνευσης έχει επιτευχθεί εκείνη τη στιγμή από τους συμμετέχοντες.

Μπλοκάρει τη ροή, τον ενστικτώδη αυθορμητισμό, την επαφή του «ενόχου» με το συναίσθημα του, καθώς και την επαφή του με το σύνολο. Περιορίζει τη φαντασία και τη δημιουργικότητα του, παρ’ όλο που εκ πρώτης όψεως δίνει την εντύπωση ότι κάνει το ακριβώς αντίθετο.

Φυσικά,  η λέξη «ένοχος» είναι υπερβολική, γιατί πρόκειται για μια φυσιολογική, ανθρώπινη διαδικασία. Με πάσα ειλικρίνεια, μπορώ να πω ότι στους θιάσους που έχω δουλέψει, συχνά ο φορέας αυτής της «παιδικής ασθένειας» είμαι εγώ – ίσως γι’ αυτό το αναγνωρίζω εύκολα ως συμπεριφορά όταν το βλέπω, και καταλαβαίνω πόσο κακό μπορεί να κάνει.

Ποια είναι αυτή η συμπεριφορά;

Το σχόλιο.

Η ανάγκη για σχολιασμό.

Σχολιασμό των πάντων.

Όλων αυτών που γίνονται μέσα στην ώρα του μαθήματος, από τις φόρμες που φοράμε και τις ασκήσεις που κάνουμε, μέχρι τους αυτοσχεδιασμούς και τις σκηνές.

Αλλά και όλων αυτών που γίνονται εκτός μαθήματος – το λεωφορείο που άργησε, η θέση για πάρκινγκ που βρέθηκε με δυσκολία, οι επαγγελματικές ανησυχίες. Πληροφορίες που έρχονται και σκάνε σαν μικρές χειροβομβίδες έντασης και διάλυσης σε οποιαδήποτε άσχετη στιγμή, και κατά τη διάρκεια ή της πρόβας.

Η αντίδραση μου σε όλα αυτά ποικίλει. Αρχικά, έμπαινα στη διαδικασία να απαντήσω στο σχόλιο με σχόλιο, από ανάγκη ίσως να κερδίσω την ομάδα, ειδικά αν η ομάδα ήταν καινούρια. Αργότερα, απλώς παρακαλούσα να μη σχολιάζουν για να μη αποσυντονιζόμαστε και καταστρέφουμε αυτό που πήγαινε να δημιουργηθεί μεταξύ μας. Τελευταία, προτιμώ, όσο γίνεται, απλώς να συνεχίζω τη δουλειά μου, προσπαθώντας να ενισχύσω αυτό που γίνεται στην άσκηση για να μπορέσει να υπερκεράσει την μικρή «επίθεση» που δέχεται από τον ιό των σχολίων. (See what I did there?)

Αυτό που άρχισα να λέω πρόσφατα στους συμμετέχοντες στα εργαστήρια αυτά είναι το εξής:

Επιτρέψτε στον εαυτό σας, αυτές τις λίγες στιγμές της εβδομάδας που βρισκόμαστε, να μην έχει την ανάγκη να σχολιάσει. Να μη χρειάζεται να πει κάτι έξυπνο. Να μη χρειάζεται να πάρει απόσταση από τα γεγονότα για να εκφέρει άποψη. Μπείτε μέσα στο γεγονός και παρατηρήστε το εκ των έσω. Ξεκουράστε τον μυαλό σας από τη συνεχή πίεση να κάνει το πιο γρήγορο, το πιο έξυπνο, το πιο εύστοχο, το πιο πετυχημένο, το πιο αστείο, το πιο ανατρεπτικό σχόλιο. Επιτρέψτε στο μυαλό σας να σωπάσει για λίγο.

Σωπάστε λίγο.

Μόνο ακούστε και δράστε.

Μόνο που αν σωπάσουμε για λίγο, αν δεν κάνουμε τίποτα, θα νιώσουμε αμήχανοι.

Εδώ είμαστε.

Τα σχόλια έχουν στόχο να σκοτώνουν αυτήν ακριβώς την αμηχανία. Να μας γλυτώσουν από αυτήν.

Η περίοδος του εγκλεισμού που ζούμε, μου θυμίζει τη στιγμή που οδηγάω στην πόλη και ξαφνικά με πιάνει κόκκινο. Έχω δεκαπέντε δευτερόλεπτα αναμονής. Νεκρού χρόνου. Αμηχανίας. Συνήθως ανοίγω το κινητό μου σε αυτά τα δεκαπέντε δευτερόλεπτα για να σκοτώσω αυτή την αμηχανία. Γιατί δεν την αντέχω. Εκεί, στο κόκκινο φανάρι, μέσα σε αυτά τα δεκαπέντε δευτερόλεπτα νεκρού χρόνου που ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ, που ο φρενήρης ρυθμός μας έχει μπει σε pause, μπορεί απλώς να μας πιάσουν τα κλάματα και να καταρρεύσουμε. In an ordinary day. Γιατί αυτό που θα γεννηθεί από αυτή την αμηχανία δεν το ελέγχουμε. Κι ας είναι κάτι που γεννιέται από μέσα μας.

Όμως εμείς στο θέατρο θέλουμε να δούμε τι θα γεννηθεί από αυτή την αμηχανία, από αυτόν το νεκρό χρόνο.

 Θέλουμε να προκύπτουν πράγματα που δεν έχουμε προβλέψει.

Τι σχέση έχει αυτό με αυτό που ζούμε τώρα και με τα ημερολόγια καραντίνας;

Έχω την αίσθηση ότι είναι μια καραντίνα με πολύ θόρυβο, πολλά σχόλια, πολλά λόγια.

Πολλά λόγια που χρησιμεύουν στο να κρύψουν, όχι στο να φανερώσουν.

Μια καραντίνα με πολλή ανάγκη να αποδείξουμε ότι υπάρχουμε ως καλλιτέχνες αλλά και γενικότερα. Πολλή ανάγκη να δείξουμε σε όλον τον κόσμο πώς περνάμε κλεισμένοι μέσα, πολλή ανάγκη να δείξουμε ότι είμαστε απαραίτητοι, ότι δεν έχει σταματήσει ο δημιουργικός μας οίστρος, ότι αξίζουμε ακόμα να υπάρχουμε ακόμα και όσο τα θέατρα είναι κλειστά, ότι δεν πρέπει να μας ξεχάσουν, πολλή ανάγκη να πείσουμε ότι αυτός ο χρόνος για μας δεν είναι νεκρός, αλλά συνεχίζουμε να παράγουμε αριστουργήματα για τους θεατές. Τους όποιους θεατές. Τους τηλεθεατές. Όπου κι αν βρίσκονται, και με όποιο μέσο κι αν μπορέσουμε να τους φτάσουμε.

Πολλή ανάγκη για πολύ θόρυβο

Ίσως επειδή η σιωπή έχει κάτι το τρομαχτικό, ή απλώς κάτι το ανοίκειο.

Δεν πειράζει όμως.

Θέλω να δω πού θα με πάει αυτός ο τρόμος, αυτή η έλλειψη οικειότητας.

Ασχολούμαι με μια παραστατική τέχνη και η δουλειά μου, εξ ορισμού, έχει πολλή επαφή, πολλή επικοινωνία, πολλή εξωστρέφεια. Κι αυτή η εξωστρέφεια μεταβάλλεται συχνά σε φασαρία και σκόρπισμα.

Ώρα να μαζέψω τα κομμάτια μου, να καθίσω λίγο να δω και να ακούσω τι συμβαίνει.

Τι συμβαίνει τόσο έξω, όσο και μέσα μου.

Χωρίς σχόλια.

Να απολαύσω αυτή την πολυτέλεια του ήσυχου χρόνου.

Ήσυχος είναι, δεν είναι νεκρός.

Ο χρόνος που χρειάζεται το μέσα μου για να ξεκουραστεί, να αδειάσει, να χωνέψει, να μετασχηματίσει και να ξαναμπεί στη φάση της δημιουργίας, όταν έρθει η ώρα. Είναι απαραίτητος αυτός ο χρόνος.

Να απολαύσω ακόμα και το χρόνο να δουλέψω τώρα μόνος  με τον εαυτό μου.

Αυτό είναι ίσως το βασικότερο εργαλείο ενός καλλιτέχνη.

Ας καθαρίσουμε τα μάτια μας, τα αυτιά μας, το μυαλό μας για να υποδεχτεί και να καταλάβει καλύτερα τον νέο κόσμο που θα συναντήσουμε όταν τελειώσει αυτός ο εγκλεισμός. Και να μπορέσουμε να δράσουμε μέσα σε αυτόν.

Γιατί, απ’ ό,τι φαίνεται, θα είναι ένας πολύ διαφορετικός κόσμος.

Και σε αυτόν τον διαφορετικό κόσμο, μάλλον θα χρειαστούμε κάτι πολύ περισσότερο και πολύ πιο οξυδερκές από απλά σχολιάκια, για να τη βγάλουμε καθαρή ως άνθρωποι, και να δημιουργήσουμε ως καλλιτέχνες.


En attendant de passer au vert

Au sein des ateliers amateurs dans lesquels j’ai travaillé, on relève un procédé qui se répète encore et encore. Un comportement, presque un tic, que l’on retrouve chez n’importe quel participant: du plus motivé au plus indifférent, du plus énergique au plus discret. Ce comportement se manifeste quel que soit le niveau d’éducation, économique ou social des participants.

Lorsqu’il apparait, ce tic dissout en un instant toute concentration, tout travail d’équipe, tout niveau de coordination ou d’inspiration atteint à ce moment-là par les participants.

Il bloque tout flux, toute spontanéité instinctive, tout échange du “coupable” avec ses propres émotions, ainsi que tout échange avec le groupe. Cela limite son imagination et sa créativité, même si à première vue on a l’impression que c’est exactement le contraire.

Bien sûr, l’utilisation du terme «coupable» est excessive, puisque par ailleurs, il s’agit d’un processus on ne peut plus humain. En toute honnêteté, je dois avouer que dans la plupart des troupes avec lesquelles j’ai collaboré, j’ai souvent été le porteur de cette “maladie infantile” – c’est sans doute pour cela que je le reconnais tout de suite ce type de comportement, et je comprends à quel point il peut nuire.

Quel est donc ce comportement?

Le commentaire.

La nécessité de commenter.

Des commentaires sur tout.

Sur tout ce qui se passe pendant le cours, en allant de nos tenues aux exercices jusqu’ aux improvisations et aux scènes.

Mais aussi sur tout ce qui arrive en dehors du cours – le retard du bus, la difficulté de trouver une place pour se garer, les préoccupations professionnelles. Des informations qui fusent et explosent comme de petites grenades de tension et de déconcentration à tout moment, tout au long de la répétition.

J’ai réagi de manière variable à ce phénomène. Au début, j’avais tendance à répondre au commentaire par un commentaire, peut-être par besoin de gagner le groupe, surtout s’il s’agissait d’un nouveau groupe. Plus tard, je me suis contenté de demander gentiment de ne pas commenter pour ne pas déconcerter les membres du groupe et pour ne pas détruire ce qui était en train de se créer. Dernièrement, je préfère, dans la mesure du possible, simplement continuer mon travail, en essayant de mettre l’accent sur ce qui est sur le point de naitre sur scène afin que la petite attaque du virus commentateur puisse être dépassée. (See what I did there ?)

Récemment, j’ai commencé à dire aux participants de ces ateliers:

Autorisez-vous, pendant ces quelques instants de la semaine où nous nous retrouvons, à ne pas avoir besoin de commenter. A ne pas avoir besoin de dire quelque chose d’intelligent. Vous n’avez pas besoin de vous distancier des faits pour exprimer une opinion. Entrez dans l’événement et observez-le de l’intérieur. Eloignez votre esprit de cette pression constante qui consiste à faire le commentaire le plus rapide, le plus intelligent, le plus accompli, le plus réussi, le plus drôle, le plus subversif. Permettez à votre esprit de rester silencieux pendant un certain temps.

Restez silencieux.

Ecoutez et agissez.

Or, lorsque nous faisons une pause pendant un certain temps, lorsque nous ne faisons rien, nous nous sentons gênés.

Et nous y voilà.

Les commentaires ont justement comme objectif de tuer cet embarras. De nous en sauver.

La période du confinement que nous vivons actuellement, me rappelle le moment où le feu passe au rouge. J’ai quinze secondes d’attente. De temps mort. Je m’ennuie. Pendant ces quinze secondes, d’habitude,  j’allume mon portable pour tuer cet ennui. Parce que je ne peux pas le supporter. C’est là, juste devant le feu rouge, pendant ces quinze secondes de temps mort où l’on ne fout rien, où le rythme effréné est interrompu, là,  il se peut que l’on éclate en sanglots et que l’on s’effondre. N’importe quel jour. Parce que ce qui donne naissance à cet ennui, on ne le contrôle pas. Malgré le fait qu’il naisse en soi.

Mais nous, au théâtre, nous voulons voir ce qui naitra de cette gêne, de ce temps mort.

Nous voulons que se produisent des choses que nous n’avons pas prévues.

Qu’est-ce que cela a à voir avec ce que nous vivons actuellement et les journaux de confinement?

J’ai l’impression que ce confinement fait trop de bruit, trop de commentaires, trop de mots.

Trop de mots qui servent à cacher, pas à révéler.

Un confinement avec un grand besoin de prouver que nous existons en tant qu’artistes et pas que. Il y a un grand besoin de montrer au monde comment nous passons notre temps chez nous, un grand besoin de montrer que nous sommes indispensables, que notre appétit créatif ne s’est pas arrêté, que nous méritons toujours d’exister même lorsque les théâtres sont fermés, un grand besoin de faire du bruit pour que l’on ne nous oublie pas, de convaincre que ce temps n’est pas un temps mort pour nous, mais que nous continuons à produire des chefs-d’œuvre pour les spectateurs.

N’importe quels spectateurs.

Des téléspectateurs.

Où qu’ils se trouvent et par tous les moyens, nous pouvons les atteindre.

Un grand besoin de faire trop de bruit

Peut-être parce que le silence a quelque chose d’effrayant, ou juste quelque chose d’inhabituel.

Mais ce n’est pas grave.

Je veux voir où ira cet effroi.

Je travaille dans les arts performatifs et mon travail, par définition, est beaucoup dans le contact, beaucoup dans la communication, beaucoup dans l’extraversion. Et cette extraversion se transforme en bruit et en diffusion.

Maintenant, l’heure est venue de ramasser les morceaux, de prendre un moment pour regarder et écouter ce qui se passe.

Ce qui se passe à l’extérieur et à l’intérieur de moi.

Sans commentaire.

Profiter du luxe de ce temps calme.

C’est un temps calme, pas mort.

Du temps qu’il faut à mon fort intérieur pour se reposer, se vider, digérer, transformer les stimuli et rentrer dans la phase créative le moment venu. Ce temps est nécessaire.

Profiter même du temps pour travailler sur moi-même.

C’est probablement l’outil le plus élémentaire d’un artiste.

Nettoyons nos yeux, nos oreilles, nos esprits pour recevoir et mieux comprendre le nouveau monde que nous rencontrerons lorsque ce confinement sera terminé. Et pour pouvoir agir en son sein.

Parce que, semble-t-il, ce sera un monde très différent.

Et dans ce monde différent, nous aurons besoin de quelque chose en plus,  de beaucoup plus perspicace  que de simples commentaires, pour nous en sortir en tant qu’humains et pour créer en tant qu’artistes.


Dimitris Daskas

Actor

Greece/France